Σε μια χώρα που ακόμη μετρά πληγές από την τραγωδία των Τεμπών, η πιο δυνατή παρέμβαση δεν ήρθε με ένταση. Ήρθε με χαμηλή φωνή.
Η Γιάννα Βούλγαρη, μητέρα του 35χρονου μηχανοδηγού της εμπορικής αμαξοστοιχίας, στάθηκε δημόσια για πρώτη φορά απέναντι στο δικαστήριο. Όχι για να αναμετρηθεί με κανέναν. Όχι για να μπει στη δημόσια αντιπαράθεση που εδώ και μήνες κυριαρχεί. Αλλά για να μιλήσει για το παιδί της.
«Ντρεπόμασταν να βγούμε έξω», είπε.
Μια πρόταση που χωρά μέσα της το βάρος της απώλειας και το βάρος της δημόσιας συζήτησης. Γιατί ο γιος της, πέρα από θύμα μιας εθνικής τραγωδίας, βρέθηκε και στο επίκεντρο θεωριών και υποψιών που κυκλοφόρησαν στον δημόσιο διάλογο. Η ίδια δεν απάντησε τότε. Δεν επέλεξε τα τηλεοπτικά παράθυρα. Περίμενε. Και όταν μίλησε, δεν αναφέρθηκε σε σενάρια. Δεν μπήκε σε τεχνικές λεπτομέρειες. Μίλησε σαν μάνα.
Η ίδια δεν βγήκε στα κανάλια. Δεν έστησε δημόσιες παρεμβάσεις. Δεν επιχείρησε να κεφαλαιοποιήσει τον πόνο. Περίμενε τη Δικαιοσύνη. Η σιωπή δεν είναι αδυναμία. Μερικές φορές είναι επιλογή αξιοπρέπειας.
Περιέγραψε έναν νέο άνθρωπο με σπουδές, με μεταπτυχιακό, που εργαζόταν σε βάρδιες, που έφευγε και γύριζε «πάντα με χαμόγελο». Θυμήθηκε τη δική της ανησυχία για τη δουλειά στον σιδηρόδρομο. Θυμήθηκε τη φράση που της έλεγε: «Όλα καλά θα πάνε μάνα». Δεν ύψωσε τον τόνο. Δεν κατηγόρησε. Ζήτησε μόνο κάτι απλό και θεμελιώδες:
«Εύχομαι η Δικαιοσύνη να δώσει αυτό που πρέπει να αποδώσει. Να σκεφτούν πρώτα σαν γονείς και μετά ότι κάνουν ένα λειτούργημα». Ήταν λόγος ανθρώπινος. Όχι πολιτικός.
Ο Πόνος Έχει Πολλές Μορφές
Η τραγωδία των Τεμπών άφησε πίσω της 57 οικογένειες. Καθεμία βιώνει το πένθος διαφορετικά. Κάποιοι επιλέγουν τον δημόσιο λόγο, άλλοι τη σιωπή. Και οι δύο στάσεις είναι απολύτως θεμιτές σε μια δημοκρατία. Όμως μέσα σε έναν δημόσιο διάλογο που συχνά φορτίστηκε, η χαμηλόφωνη παρουσία αυτής της μητέρας λειτούργησε ως υπενθύμιση: ο πόνος δεν χρειάζεται ένταση για να είναι αληθινός. Δεν χρειάζεται επανάληψη για να είναι βαθύς. Δεν χρειάζεται σκηνή για να είναι σεβαστός. Η σιωπή της δεν ήταν αποστασιοποίηση. Ήταν τρόπος πένθους. Και όταν επέλεξε να μιλήσει, το έκανε με μέτρο.
Στο τέλος της παρέμβασής της, απευθύνθηκε με ευγένεια στον πρόεδρο του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων. Η εικόνα της αγκαλιάς που ακολούθησε δεν ήταν πολιτική πράξη. Ήταν ανθρώπινη στιγμή. Και ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικό: μέσα σε μια υπόθεση που δοκίμασε τα όρια του δημόσιου λόγου, υπήρξε μια στιγμή ενότητας χωρίς συνθήματα.
Η Ουσία Παραμένει. Η απονομή ευθυνών είναι έργο της Δικαιοσύνης. Τα δικαστήρια θα αποφανθούν με βάση στοιχεία, πορίσματα και αποδείξεις. Η κοινωνία, όμως, οφείλει κάτι εξίσου σημαντικό: να προστατεύει την αξιοπρέπεια των νεκρών και των οικογενειών τους.
Η παρέμβαση της Γιάννας Βούλγαρη δεν άλλαξε την πορεία της δίκης. Δεν επιχείρησε να τη διαμορφώσει. Άφησε όμως ένα αποτύπωμα: ότι μέσα στον θόρυβο μπορεί να υπάρξει και σιωπηλή δύναμη.
Σε μια εποχή όπου συχνά η ένταση μοιάζει να υπερισχύει της ουσίας, μια μάνα μίλησε χωρίς κραυγές.
Και αυτή η στάση, από μόνη της, ήταν αρκετή…
![]()