Προϋπολογισμός τον Μάρτιο: όταν ο σχεδιασμός έρχεται… κατόπιν εορτής

Σε κάθε οργανωμένο δήμο, ο προϋπολογισμός αποτελεί τον βασικό χάρτη διοίκησης για τη χρονιά που ξεκινά. Είναι το εργαλείο με το οποίο μια δημοτική αρχή δηλώνει τι σχεδιάζει να κάνει, ποιες προτεραιότητες θέτει και πώς σκοπεύει να διαχειριστεί το δημόσιο χρήμα. Για τον λόγο αυτό, η διαδικασία κατάρτισης και ψήφισης του προϋπολογισμού προβλέπεται να ολοκληρώνεται πριν την έναρξη του οικονομικού έτους ή το αργότερο στις αρχές του. Δεν είναι μια τυπική γραφειοκρατική πράξη· είναι ο πυρήνας της διοίκησης.

Όταν όμως ένας δήμος φτάνει να συζητά και να ψηφίζει τον προϋπολογισμό του τον Μάρτιο, το ζήτημα παύει να είναι διαδικαστικό. Γίνεται ζήτημα διοικητικής επάρκειας και πολιτικής ευθύνης. Γιατί ένας προϋπολογισμός που εγκρίνεται τρεις μήνες μετά την έναρξη του έτους δεν λειτουργεί ως εργαλείο σχεδιασμού. Λειτουργεί ως εκ των υστέρων καταγραφή.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα ο δήμος κινείται χωρίς πλήρη οικονομικό προγραμματισμό. Οι υπηρεσίες περιορίζονται σε βασικές λειτουργικές δαπάνες, οι νέες πρωτοβουλίες μετατίθενται και ο σχεδιασμός υποχωρεί μπροστά στη διαχείριση της καθημερινότητας.

Και εδώ αρχίζουν τα εύλογα ερωτήματα.

  • Τι ακριβώς συνέβη στη διαδικασία προετοιμασίας του προϋπολογισμού;
  • Υπήρξαν καθυστερήσεις στη συγκέντρωση των οικονομικών στοιχείων;
    Υπήρξαν παρατηρήσεις από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές;
    Χρειάστηκαν επανειλημμένες διορθώσεις;
    Ή μήπως η πολιτική καθοδήγηση της διαδικασίας αποδείχθηκε ανεπαρκής;

Σε κάθε δήμο, ο προϋπολογισμός είναι προϊόν συνεργασίας διοίκησης και υπηρεσιών. Όμως την τελική ευθύνη την φέρει πάντοτε η πολιτική ηγεσία.

Γι’ αυτό και το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν ο βασικός οικονομικός σχεδιασμός μιας ολόκληρης πόλης καθυστερεί επί μήνες; Διότι η καθυστέρηση δεν είναι απλώς θέμα ημερομηνιών. Είναι ένδειξη του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η διοίκηση.

Αναδεικνύει τον βαθμό προετοιμασίας, τον συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών και κυρίως την ικανότητα των πολιτικών προϊσταμένων να καθοδηγήσουν έναν οργανισμό με σύνθετες οικονομικές υποχρεώσεις.

Είναι λοιπόν εύλογο να τεθούν ορισμένα ακόμη ερωτήματα:

  • Οι αρμόδιοι αντιδήμαρχοι και πολιτικοί προϊστάμενοι διαθέτουν την απαιτούμενη διοικητική επάρκεια για τις θέσεις που κατέχουν;
  • Υπάρχει σαφής οικονομική στρατηγική πίσω από τους αριθμούς του προϋπολογισμού ή πρόκειται για μια συρραφή δαπανών που απλώς διασφαλίζει τη λειτουργία του δήμου;
  • Υπάρχει πραγματικός αναπτυξιακός σχεδιασμός για την πόλη ή αναπαράγεται ένα μοντέλο διαχείρισης που περιορίζεται στη διατήρηση της καθημερινότητας;
  • Και το σημαντικότερο: πόσο ρεαλιστικός είναι ο προϋπολογισμός που τελικά κατατίθεται;

Γιατί η εμπειρία της αυτοδιοίκησης δείχνει ότι οι προϋπολογισμοί που καταρτίζονται με καθυστέρηση συχνά οδηγούν σε αλλεπάλληλες αναμορφώσεις μέσα στο ίδιο οικονομικό έτος. Τροποποιήσεις που μεταβάλλουν προτεραιότητες, μετακινούν πόρους και σε ορισμένες περιπτώσεις συνοδεύονται από αλλαγές σε τέλη ή επιβαρύνσεις.

Οι δημότες όμως δικαιούνται κάτι πολύ απλό: σαφήνεια και υπευθυνότητα στη διαχείριση του δημοτικού χρήματος.

Διότι τα χρήματα του δήμου δεν είναι αφηρημένοι αριθμοί σε έναν πίνακα. Είναι πόροι που προέρχονται από τους ίδιους τους πολίτες και από δημόσια χρηματοδότηση που προορίζεται για την ανάπτυξη της πόλης. Η διαχείρισή τους απαιτεί σοβαρότητα, προγραμματισμό και διαφάνεια. Ο προϋπολογισμός είναι η στιγμή όπου όλα αυτά αποτυπώνονται με τον πιο καθαρό τρόπο.

Και όταν αυτή η στιγμή φτάνει τον Μάρτιο, αντί για την αρχή της χρονιάς, το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι μόνο πότε εγκρίνεται ο προϋπολογισμός.

Κοινοποίησε:

Σχετικές δημοσιεύσεις