Μανωλάκης ο Καστοριανός και η συντεχνία των γουναράδων “Από τα τουρκικά αρχεία”

Tον Εμμανουήλ Φιλίππου ή Μανωλάκη Καστοριανό, τιμά η Καστοριά στις 30 Σεπτεμβρίου, ημέρα μνήμης των Εθνικών Ευεργετών, για την αναγνώριση του έργου και της προσφοράς τους προς την ιδέα της Ελλάδος.


Ο Εμμανουήλ Φιλίππου ή λαϊκά ο Μανωλάκης Καστοριανός (1620-1699) εγκαταστάθηκε τον 17ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο γουναρικών. Ανακαίνισε την Πατριαρχική Σχολή και έχτισε σχολεία στη Χίο, την Άρτα, την Πάτμο το Αιτωλικό και σε άλλες περιοχές της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Έκανε γενναίες δωρεές στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στα μοναστήρια του Αγίου Όρους και στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και κατέβαλε τις δαπάνες και τα υλικά για την ανακατασκευή του ναού της Γέννησης της Βηθλεέμ.

Στην ψηφιακή βιβλιοθήκη Νεοελληνικών σπουδών “Ανέμη” με τίτλο “Μεταβυζαντινοί Έλληνες : ο Μανωλάκης Καστοριανός επισυνάπτεται κείμενο εφημερίδος από την ψηφιακή συλλογή του Πανεπιστημίου Κρήτης το οποίο παραθέτουμε και στο οποίο διαβάζουμε:

Η ανακήρυξης της Άγκυρας ως πρωτευούσης της Κεμαλικής Τουρκίας αχρήστευσε τα εδώ υπουργεία με τα αρχεία τους. Αργότερα εξεδηλώθη ενδιαφέρον για τα αρχεία αυτά και τα εκατομμύρια των εγγράφων των κυρίως δε όταν διαπιστώθη ότι μεγάλη ποσότητα αρχείων του 18ου αιώνος επωλήθη ως άχρηστος χάρτης εις χαρτοποιείον της Βουλγαρίας ελήφθησαν μέτρα. Έτσι τα αρχεία διεφυλάχθησαν. Η υπηρεσία αρχείων υπήχθη στην πρωθυπουργία και ήρχισε με την καθοδήγησιν ξένου ειδικού κάποια ταξινόμησις των, που αφορά μέχρι σήμερον το 1,5 εκατομμύριο εγγράφων. Εν τω μεταξύ ορισμένοι Τούρκοι όπως ο καθηγητής του εδώ Πανεπιστημίου Αχμέτ Ρέφικ ο Τουρχάν Ταν και άλλοι εμελέτησαν μέρος από τα αρχεία αυτά και εξέδωκαν μονογραφίας μέρικαί από τας οποίας ενδιαφέρουν την ιστορίαν του Ελληνισμού μετά την άλωσιν όπως είναι και μελέτη τούρκου αρχιτέκτονος περί συνοικιών της Κωνσταντινουπόλεως επί ποθητού μελέτη που εβασίσθη στα αρχεία του Εβκαφίου από την οποία επιβεβεβαιούται και το ότι κτήτωρ του ναού της Παναχράντου του φενάρι Ισα μέστζητή ήτο ο Βυζαντινός στρατηγός Λυψ αφού όλη η εκεί περιοχή λέγετο επί πορθητού “Λυψ μαναστήρι Μαχαλεσύ”.

Απ΄τας αναφερθείσας μονογραφίας τό “Ταρίχι Μουσαχαμπελέρ ιστορικά ανέκδοτα του Τουρχάν Ταν” είναι ενδιαφέρον και για τας τουρκικάς πληροφορίας που μεταδίδει περί του αρχηγούναρη του σουλτάνου Μανωλάκη Καστοριανού που έπαιξε τόσον ρόλον στην Ελληνική παιδεία με την σχολή που ίδρυσε εδώ εις την Χίον και την Άρτα και για το εκπαιδευτικό έργο του οποίου ομιλεί συνοδικό γράμμα του 1691 του Πατριάρχου Καλλινίκου που τον αποκαλεί “επισημότατον άρχοντα” για το εδώ διδασκαλείο του οποίου διετέθησαν τότε τα εμβατοίκια της Παναγίας εκ μαρμάρων και του Αγίου Νικολάου Ψωμαθειών που είναι από τους λειτουργούντας εδώ ναούς.

Ο Τουρχάν Ταν που εμελέτησε όπως εξάλλου και ο Αχμέτ Ρέφικ αρχεία της υψηλής Πύλης ομιλεί κυρίως για την ανάμιξη του ονόματός του Μανωλάκη Καστοριανού του πρωτογούναρη “κιουρκτίπάση”, κιουτσούκ (μικρού Μανώλη) στο γενητσαρικόν κίνημα του Πατρόνα Χαλίλ επί Αχμέτ του Γ΄ και δίδει εμμέσως τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Καστοριανού ο οποίος συμφώνως με έκθεσιν επί του κινήματος αυτού, ήτο ξανθός με γαλανά μάτια και χωρίς γενειάδα.

Ο Καστοριανός ήτο τελείως ξένος προς το κίνημα εκείνο απλώς δε αναφαίρετο το όνομα του διότι σκοπίμως οι αρχηγοί της επαναστάσεως διέδωσαν εις το πλήθος που συνεκεντρώθη εις το Ατ Μεϊδάν της Σταμπούλ, εκεί στην κοιλάδα του λύκου, ότι ο αποσταλής σε αυτούς νεκρός του βεζίρη Ιμπραήμ Πασά ήτο του αρχιγούναρη του σουλτάνου Μανωλάκη για τον οποίο ο Τουρχάν Ταν μεταδίδει και μερικάς ακόμη πληροφορίας από τας οποίας εξάγεται ότι ο Μανωλάκης καστοριανός είχε αρκετήν ισχύν στο ανάκτορο του τοπκαπού εις εποχή κατά την οποίαν είχαν ανανεωθεί με διαταγή προς τον αγά των γενίτσαρων αι απαγορευτικαί διατάξεις περί ραγιάδων, που έπρεπε να ξεχωρίζει η ενδυμασία των και τους απηγορεύετο αν δεν είχαν σουλτανικήν άδεια “φιρμάνι”, να ιππεύουν ή να κάθουνται σε βάρκα με τρία ζεύγη κουπιών. Ο Καστοριανός είχε τέτοιο φιρμάνι επιπλέον δε του επιτρέπετο να φορεί Καλπάκι από σαμούρι προνόμιο το οποίον ελάχιστοι από τους ραγιάδες είχαν και μεταξύ των οποίων ήτο και ο τότε αρχηγός του οθωμανικού στόλου Δημήτριος που εδικαιούτο να μεταφέρει κρασί στο σπίτι του.

Περί του Σουλτανικού αρχιγούναρη και γενικότερα περί της συντεχνίας των γουναράδων της εποχής του καστοριανού της λεγόμενης των “Λαλέδων” οπότε ο Τούρκος ποιητής Νεδίμ έγραφε περί λαλέδων και γουναρικών ομιλεί επί τη βάσει των αρχείων της Πύλης και ο Αχμέτ Ρέφικ εις το “Εσκί Ισταμπούλ” του. Αναφέρει συνεννοήσεις της βεζυρίας με τον αρχηγούναρη προς πρόληψιν ζημιάς του ανώτερου κόσμου της αυτοκρατορίας από τις ποδήρεις και άλλες γούνες που ηγόραζε διότι φαίνεται ότι εδώ και στην Ανδριανούπολιν εχρησιμοποιούντο ολιγότερα από 80 σαμούρια ή 200 δέρματα νυφίτσας για μία γούνα, όπως όριζε κανονισμός που απηγόρευε επί ποινή θανάτου την αισχροκέρδεια και την χρησιμοποίησιν παλαιών σαμουριών.

Το πατριαρχείο και η Ρωμιοσύνη από το 1688 ακόμη επωφελούντο της πολιτικής ισχύος του Καστοριανού διότι ήτο τότε αρχηγούναρης και φίλος του βεζίρη Αϊνατζή Σουλεϊμάν πάσα και στο σπίτι του Μανωλάκη εις το Ορτάκιόϊ του Βοσπόρου εκρύβει ο βεζίρης όταν συνεπεία κινήματος εγκατέλειψε το εις Τρανσυλβανίαν Τουρκικόν στρατόπεδο.

Διά του Καστοριανού ελήφθη η άδεια ανεγέρσεως του Πατριαρχικού ναού και του Πατριαρχείου Φαναρίου, όταν κατεστράφησαν από πυρκαγιά και με δαπάνη της συντεχνίας των γουναράδων, της οποίας προήδρευε έγινε η μαρμαρόστρωσις του ναού εις τον οποίον και εδώρισε το παγκάρι, με διάκοσμο από ελεφαντοστούν, που υπάρχει τώρα και φέρει την επιγραφή “Μανουήλ υιός του Πέτρου εκ Καστορίας”.

Από την εποχή του Καστοριανού οι γουναράδες της Κωνσταντινουπόλεως με τάς σχέσεις των προς σημαίνοντας Οθωμανούς δεν έπαυσαν να φαίνωνται χρήσιμοι, εις Πατριαρχικά εκκλησιαστικά σχολικά και άλλα ζητήματα τής Ρωμιοσύνης με δαπάνη τους έγινε η ύδρευσις του Πατριαρχείου από τα βυζαντινά υδραγωγεία τα σημερινά “Κιρ Τσεσμέ” δωρεά τους είναι το εγκόλπιο των σμάλτων που φέρει ο Πατριάρχης, μόνον κατά την τελετή του Πάσχα, με δαπάνη τους ανηγέρθη ο ναίσκος των Βλαχερνών παραπλεύρως του Βυζαντινού Λούσματος που όλη η περιοχή του ήτο τον 18ο αιώνα αθιγγανικός συνοικισμός, δεν έπαυσαν να συνεισφέρουν εις τας ανάγκας του κοινού και από ευγνωμοσύνη προς την συντεχνία τους που προ πολλού δεν υφίσταται, οι διάκονοι του πατριαρχικού ναού εις τα ειρηνικά τους εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν “υπέρ της ευσεβούς συντεχνίας των γουναράδων”

.

.

Κοινοποίησε:

Σχετικές δημοσιεύσεις