Ο Σωκράτης τάσσεται ρητά και αμετάκλητα κατά της χρήσης σωματικής βίας στις ανθρώπινες σχέσεις. Η απόρριψη της βίας, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην επιθετικότητα· επεκτείνεται και στην ίδια την έννοια της ανταπόδοσης. Ακόμη και όταν κάποιος υφίσταται αδικία ή κακομεταχείριση, ο Σωκράτης δεν θεωρεί θεμιτή την απάντηση με βία ή κακό.
Κατά τον Σωκράτη, εκείνος που αδικείται δεν υφίσταται το ουσιαστικό κακό. Το πραγματικό κακό το υφίσταται αυτός που αδικεί, διότι διαφθείρει την ψυχή του. Η αδικία, επομένως, δεν είναι πρωτίστως κοινωνικό ή νομικό ζήτημα, αλλά βαθιά ηθικό και ψυχικό. Η πράξη της αδικίας τραυματίζει τον ίδιο τον δράστη πολύ περισσότερο από όσο το θύμα.
Η μη ανταπόδοση της αδικίας αποτελεί, για τον Σωκράτη, πυρήνα της δικαιοσύνης. Ο δίκαιος άνθρωπος δεν επιτρέπεται να αδικεί ούτε καν ως απάντηση στην αδικία που υφίσταται. Η αρχή αυτή δεν επιδέχεται εξαιρέσεις: «Ουδαμῶς δεῖ ἀδικεῖν» — ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει κανείς να αδικεί.
Με αυτή τη θέση, ο Σωκράτης έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την κυρίαρχη αντίληψη της εποχής του, την αρχή της ανταπόδοσης. Στην αρχαία ελληνική κοινωνία θεωρούνταν αυτονόητο και δίκαιο να ευεργετεί κανείς τους φίλους του και να βλάπτει τους εχθρούς του, με τη συνδρομή μάλιστα των φίλων. Ο Σωκράτης απορρίπτει αυτή τη λογική ως ηθικά εσφαλμένη.
Αντίστοιχα, συγκρούεται και με τη θεωρία του «δικαίου του ισχυρότερου», όπως αυτή εκφράζεται από τον Πώλο και κυρίως τον Καλλικλή. Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι το να αδικεί κανείς είναι χειρότερο από το να αδικείται και δηλώνει ότι θα προτιμούσε να υποστεί αδικία παρά να τη διαπράξει. Ο Καλλικλής, αντίθετα, θεωρεί την παθητική στάση απέναντι στην αδικία ένδειξη δουλοπρέπειας και αδυναμίας, ανάξια για έναν ελεύθερο άνθρωπο.
Ο Σωκράτης φαίνεται να αντιμετωπίζει τους επιθετικούς ανθρώπους σχεδόν ως ψυχικά ασθενείς. Όπως δεν θυμώνει κανείς με έναν άρρωστο, έτσι δεν έχει νόημα να ανταποδίδει τη βία. Ωστόσο, αυτή η στάση οδηγεί σε μια ηθική που μπορεί να χαρακτηριστεί ριζικά μη βίαιη, ακόμη και ακραία: ο Σωκράτης φτάνει στο σημείο να απορρίπτει ακόμη και την αυτοάμυνα. Στον «Κρίτωνα» υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να «αμύνεται» αν αυτή η άμυνα συνεπάγεται αδικία ή βλάβη προς τον άλλον.
Ακόμη και η προσπάθεια προστασίας της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, αν προκαλεί ζημιά στον επιτιθέμενο, μπορεί να εκληφθεί ως μορφή αδικίας. Για τον Σωκράτη, το να ανταποδώσεις το κακό —έστω και αμυνόμενος— σημαίνει ότι επιτρέπεις στο κακό να σε μεταμορφώσει σε αυτό που καταδικάζεις.
Ο Σωκράτης δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του με όρους δύναμης, ούτε αναζήτησε διέξοδο στην ανταπόδοση ή στη βία. Δεν δέχτηκε να σωθεί παραβιάζοντας την ίδια την αρχή που δίδασκε: ότι το να αδικείς είναι χειρότερο από το να αδικείσαι. Αρνήθηκε να καταφύγει σε μέσα που θα διέφθειραν την ψυχή του, ακόμη κι αν αυτά του εξασφάλιζαν τη ζωή. Η υπακοή στη δικαιοσύνη, όπως την κατανοούσε, δεν ήταν για εκείνον θεωρητική θέση αλλά τρόπος ύπαρξης. Δεν θα αναιρούσε τον λόγο του για να αποφύγει τον θάνατο.
Τελικά, γι’ αυτό ήπιε το κώνειο…
![]()