Η Νέα Δημοκρατία είναι ένα κόμμα εξουσίας, όχι λέσχη ιστορικών αναφορών. Η ενότητά της δεν διασφαλίζεται με σιωπές του χθες ούτε με υπαινιγμούς του σήμερα, αλλά με καθαρές πολιτικές θέσεις, τη στιγμή που αυτές απαιτούνται.
Κάθε δημόσια παρέμβαση πρώην πρωθυπουργού δεν είναι ουδέτερη πράξη. Έχει βάρος, δημιουργεί πολιτικό αποτέλεσμα και επηρεάζει την πορεία της παράταξης. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να αποσυνδέεται από το συνολικό πολιτικό αποτύπωμα εκείνου που παρεμβαίνει — ούτε από τις επιλογές του παρελθόντος, ούτε από τη στάση του στα κρίσιμα.
Την περίοδο που η χώρα δοκιμαζόταν θεσμικά και πολιτικά, η απουσία δημόσιου λόγου από πρόσωπα με αυξημένο κύρος δεν πέρασε απαρατήρητη. Όχι γιατί όλοι όφειλαν να μιλούν καθημερινά, αλλά γιατί σε κρίσιμες καμπές η σιωπή συνιστά επιλογή. Και οι επιλογές κρίνονται.
Σήμερα, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν δικαιούται κάποιος να μιλά. Το ερώτημα είναι με ποιον στόχο και με ποια πολιτική ευθύνη.
Και σήμερα τι συμβαίνει;
Βλέπουμε παρεμβάσεις που δεν λειτουργούν ενωτικά, αλλά δημιουργούν θολά σήματα. Κριτική που δεν συνοδεύεται από σαφή εναλλακτική πρόταση. Υπαινιγμούς που αφήνουν χώρο για εσωκομματική αμφισβήτηση, χωρίς να αναλαμβάνεται το κόστος μιας καθαρής πολιτικής θέσης.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κινείται σε μια εξαιρετικά απαιτητική διεθνή συγκυρία. Στην εξωτερική πολιτική, η χώρα έχει επανατοποθετηθεί με συμμαχίες, συμφωνίες και αποτρεπτική ισχύ που δεν βασίζονται σε προσωπικές σχέσεις ή συμβολισμούς, αλλά σε στρατηγική. Αυτή η πολιτική μπορεί να κριθεί — αλλά δεν μπορεί να υπονομεύεται εκ των έσω χωρίς σαφή στόχο.
Ο Κώστας Καραμανλής ασκεί κριτική εκ των έσω, χωρίς όμως να αναλαμβάνει ευθύνη για το παρελθόν. Εμφανίζεται ως εγγυητής αλλά κρίνει. Κρίνει, αλλά δεν δέχεται κρίση. Συμμετέχει στον πολιτικό χώρο της Νέας Δημοκρατίας, χωρίς να υπηρετεί καθαρά τη σημερινή της πορεία και τις επιλογές της. Αυτό δημιουργεί ένα υπαρκτό πρόβλημα στον κόσμο της παράταξης. Σε νεοδημοκράτες που στήριξαν διαχρονικά τον Κώστα Καραμανλή, αλλά σήμερα αναρωτιούνται: ποιος είναι ο στόχος αυτών των παρεμβάσεων;
Εδώ γεννιέται ο προβληματισμός που διατρέχει τη βάση της παράταξης: η κριτική αυτή πού οδηγεί; Σε βελτίωση της πορείας ή σε αποσταθεροποίηση; Σε ενίσχυση της Νέας Δημοκρατίας ή σε αναβίωση εσωκομματικών ρηγμάτων που η Ιστορία έχει ήδη καταγράψει με οδυνηρό τρόπο;
Οι κοινές εμφανίσεις και οι παράλληλες παρεμβάσεις πρώην πρωθυπουργών, ειδικά όταν αγγίζουν τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής, εντείνουν αυτή την ανησυχία. Όχι γιατί απαγορεύεται η διαφωνία, αλλά γιατί η διαφωνία χωρίς σχέδιο δεν είναι πολιτική στάση — είναι πολιτικό ρίσκο.
Η Ιστορία δεν γράφεται με υπαινιγμούς, ούτε με αποστάσεις ασφαλείας. Γράφεται με καθαρές επιλογές, τη στιγμή που αυτές έχουν κόστος. Και η Νέα Δημοκρατία, ως παράταξη διακυβέρνησης, δεν έχει την πολυτέλεια εσωτερικών διενέξεων.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν αφορά το παρελθόν. Αφορά το παρόν και το άμεσο μέλλον: θα συνεχίσει με ευθύνη ή με νοσταλγία; Με πολιτική σταθερότητα ή με υπόγειες αμφισβητήσεις που θυμίζουν άλλες εποχές;
Η παράταξη άντεξε όταν μίλησε καθαρά. Και ζημιώθηκε όταν επέλεξε τη σιωπή ή τα μισόλογα. Αυτό είναι το πραγματικό δίδαγμα της Ιστορίας — και καλό είναι να το θυμόμαστε πριν βρεθούμε ξανά μπροστά σε αδιέξοδα που όλοι γνωρίζουμε πού οδηγούν.
![]()