ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ Χ. ΣΙΑΝΟΥ – ΚΑΣΤΟΡΙΑΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ: Η ΜΠΕΤΣΚΑ

φωτο από το διαδίκτυο Καστοριά δεκαετία 1920 παζάρι στην περιοχή “Βαρόσι”

Το Πάσχα δεν το θύμιζαν μόνο τα κόκκινα αυγά ούτε τα τσαρούχια,οι άσπρες και χρωματιστές λαμπάδες,τα καλαθάκια-κεριά και το παναύρι της Μεγάλης Πέμπτης με τις σταφίδες,τα μπιμπλιά,τα διάφορα τσαγκαλίδια και τ’ άλλα παιγνίδια.Όλα αυτά βέβαια συγκινούσαν τους μικρούς και τους δημιουργούσαν αισθήματα χαράς κι ικανοποίησης.

Οι πατεράδες έκαμναν <<νόμον τρόπον>>για να χαρίσουν στα παιδιά τους κάποια παιγνίδια και να τ’ αγοράσουν ένα καλαθάκι-κερί χρωματιστό και με ζωγραφιές. Εκείνο όμως που ονειρεύονταν τα παιδιά και προπάντων τ’ αγόρια και τα ενθουσίαζε πιο πολύ, όταν κόντευαν οι γιορτές του Πάσχα,ήταν το αρνάκι,η <<μπέτσκα>> όπως το έλεγαν τότε.

Αυτή μας θύμιζε πιο πολύ το Πάσχα.Γι αυτό κι από γρηγορότερα έπλεκαν το κορδόνι,που με αυτό θα την έδεναν. Και το πλέξιμο του κορδονιού γινόταν μ’ ένα ιδιότυπο τρόπο πάνω σ’ ένα μικρό καρούλι με τέσσαρα καρφάκια στη μια του άκρη. Μ’ ένα ομοιόμορφο τρόπο και μ’ ένα βελονάκι περνούσαν το νήμα ανάμεσα στα τέσσερα καρφάκια και πλέκονταν ένα κορδόνι,που έβγαινε από την άλλη άκρη του καρουλιού. Το μήκος του κορδονιού το κανόνιζαν όσο ήθελαν. Οι πιο επιτήδειοι έπλεκαν το κορδόνι δίχρωμο.

Αυτό λοιπόν το όνειρο και αυτήν τη χαρά δεν ήθελαν οι πατεράδες να τη στερήσουν από τα παιδιά τους. Γι αυτό εκτός από τους <<εχούμενους>> και οι μεροκαματιάρηδες με τις οικονομίες τους, φρόντιζαν να αγοράσουν, και πριν ακόμα από το Πάσχα, μια μπέτσκα για τα παιδιά τους.

Τα κοπάδια με τις μπέτσκες τα είχαν στα παλιά χασάπικα,στο παζάρι,όπου σήμερα είναι ο ανηφορικός δρόμος για τον συνοικισμό της <<Καλλιθέας>>. Εκεί τη διάλεγε ο πατέρας με το γιό και την έφερναν στο σπίτι μαζί.

Στο σπίτι έβαφαν με κόκκινη μπουγιά ή με <<μπακάμι>> το μέτωπο και τη ράχη της μπέτσκας. Την όλη φροντίδα για το βόσκημα κα γενικά την περιποίησή της,την αναλάμβαναν τα παιδιά τις ώρες που δεν είχαν σχολείο,μια που η μπέτσκα αγοράζονταν πριν τις γιορτές.

Έτσι πολλά παιδιά της γειτονιάς μαζεύονταν στους ακαλλιέργητους μπαξιέδες,που φύτρωνε άφθονο <<χασούλι>> [χόρτο που προτιμούσαν οι μπέτσκες] και τις βοσκούσαν εκεί.

Στο μεταξύ τα παιδιά έπαιζαν διάφορα παιχνίδια όπως <<σουγιά>>,<<Σκαμνάκια>>,<<Κουτσου ντάκι>>,<<Παστούρ>>,<<Μπίζ>>και άλλα. Αρκετά πάλι παιδιά στόλιζαν το λαιμό της μπέτσκας με διάφορα μπιχλιμπίδια και της έδιναν σταφίδες και μπιμπλιά.

Την Μεγάλη Πέμπτη οι Καστοριανές κυράδες,άπλωναν το πρωί από τον ηλιακό ήτο παράθυρο του σπιτιού μια κόκκινη βελέντζα,ένα κόκκινο κιλίμι ή ένα κόκκινο ιχράμι [συμβολική παράσταση του θείου δράματος], έβαφαν στη συνέχεια τ’ αυγά και τοίμαζαν την πασχαλιά για τις μανάδες τους και τους κουμπάρους. Σε μια πεντακάθαρη μαλάθα έβαζαν τα <<παρμάκια>> [πασχαλιάτικα ροβιθένια ψωμιά-μπουγάτσες] τη ζάχαρη και τα αυγά και την σκέπαζαν μ’ ένα μεταξωτό,χρωματιστό και κλαδωτό μαντίλι. Πολλοί έστελναν για <<κανίσκι>> μια μπέτσκα βαμμένη με κόκκινες βούλες,που την κρατούσε κάποιος μεγάλος στον ώμο του πιάνουντάς την από τα πόδια. Τέτοιο κανίσκι έστελναν και στους γάμους,ο κουμπάρος και οι πιο στενοί συγγενείς. [Κανίσκι σημαίνει κάνιστρο γεμάτο δώρα.Στην Καστοριά η λέξη ταυτίστηκε με την μπέτσκα που έστελναν το Πάσχα ή στους γάμους].Στην περίπτωση που ο κουμπάρος που δέχονταν την <<πασχαλιά>> πενθούσε,τότε έστελναν σ’ αυτόν αντί για ζάχαρη μια μικρή ποσότητα καφέ.

Στο σημερινό τραπέζι της Μεγάλης Πεμπτης ,όλα τα παλιά Καστοριανά σπίτια, έπρεπε να έχουν και μια πίτα με παραγιουμή σπανάκι.

Τέλος την ημέρα αυτή πολλοί χριστιανοί <<κοινωνούσαν>> σ’ όλες τις εκκλησίες που τότε λειτουργούσαν.

Και για να επανέλθουμε στις μπέτσκες, όταν επρόκειτο να τις σφάξουν, τότε <<κλαυθμός κα οδυρμός>> καταλάμβανε τα παιδιά,που τόσο είχαν συνδεθεί μ’ αυτές.

ΠΗΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ: Χαρίλαος Σιάνος 

Κοινοποίησε:

Σχετικές δημοσιεύσεις