Καποδίστριας: Μια ταινία καθρέφτης – και μια χώρα που δυσκολεύεται να κοιταχτεί μέσα του

Έκανε πρεμιέρα στις 25 Δεκεμβρίου 2025, και δεν λειτούργησε απλώς ως μια κινηματογραφική παραγωγή ιστορικού περιεχομένου αλλά ως αφορμή για έναν από τους πιο έντονους πολιτιστικούς διαλόγους των τελευταίων ετών. Παρά τις σοβαρές ενστάσεις που διατυπώθηκαν από μέρος της κινηματογραφικής κριτικής – με σχολιασμούς περί υπερβολικά εξιδανικευμένης προσέγγισης, έντονου συναισθηματισμού και ελλιπούς ισορροπίας στην απεικόνιση της ιστορικής πραγματικότητας – το κοινό έδειξε αμέσως διαφορετική στάση. Στα πρώτα τέσσερα εικοσιτετράωρα προβολής, η ταινία κατέγραψε περισσότερα από 144.000 εισιτήρια, επίδοση που την κατέστησε το μεγαλύτερο άνοιγμα ελληνικής ταινίας για το 2025 και το δεύτερο μεγαλύτερο ελληνικό άνοιγμα όλων των εποχών χωρίς προβολές προεπισκόπησης. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαίωσαν ότι η ιστορία του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας εξακολουθεί να αγγίζει το ευρύ κοινό, παρά – ή ακριβώς εξαιτίας – της έντονης συζήτησης γύρω από την καλλιτεχνική της απόδοση.

Κριτική, ειρωνεία, «καλλιτεχνική αποδόμηση», πολιτικές αναγνώσεις, διπλωματικές σκιές, δημόσιες παρεμβάσεις. Για μια ταινία εποχής; Ναί. Για μια ιστορία που αφορά τον άνθρωπο που επιχείρησε να συγκροτήσει κράτος σε μια χώρα που μόλις είχε μάθει να παλεύει, αλλά όχι ακόμη να οργανώνεται.

Στο επίπεδο της κριτικής, πολλές φωνές μίλησαν για ένα έργο «λαϊκό» με την παλιά έννοια του όρου, που επιχειρεί να συγκινήσει μέσω έντονου πατριωτικού φορτίου και θρησκευτικού συμβολισμού. Ορισμένα μέσα, όπως η Lifo, το χαρακτήρισαν «λαϊκίστικο θέαμα», υποστηρίζοντας ότι προσεγγίζει την ιστορία περισσότερο ως συναισθηματικό αφήγημα παρά ως ιστορική διάγνωση. Η πλευρά των σκεπτικιστών επιμένει ότι μια τόσο καθοριστική ιστορική προσωπικότητα αξίζει μια ψύχραιμη, δραματουργικά πιο ισορροπημένη και ίσως λιγότερο «αγιογραφική» κινηματογραφική προσέγγιση. Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο Σμαραγδής απάντησε δημόσια σε αυτό το κύμα κριτικής, κάνοντας λόγο για δυσφήμιση που ξεκίνησε πολύ πριν ολοκληρωθεί η ταινία, για στοχευμένες επιθέσεις, αλλά και για μια απόσταση ανάμεσα σε αυτό που γράφεται και σε αυτό που βιώνει ο θεατής μέσα στην αίθουσα. Όπως σημειώνει, το κοινό χειροκροτεί στο τέλος, γεγονός που – για τον ίδιο – αποδεικνύει ότι το έργο έχει συναισθηματική και ηθική επίδραση. Σε συνεντεύξεις του υπογράμμισε ότι η ταινία δεν φιλοδοξεί να είναι ψυχρό πανεπιστημιακό δοκίμιο αλλά μια καλλιτεχνική ματιά που επιδιώκει να μεταδώσει αξίες και συγκίνηση.

Γιατί όμως τόση ένταση;

Η πρώτη εύκολη απάντηση θα ήταν «επειδή είναι πατριωτική». Ίσως όμως η πραγματικότητα να είναι πιο σύνθετη. Δεν ενοχλεί τόσο η λέξη «πατρίδα». Ενοχλεί ότι ξαφνικά θυμηθήκαμε πως ο πατριωτισμός δεν ήταν πάντα συνθήματα και εύκολες ρητορείες. Κάποτε ήταν άρνηση προνομίων, σύγκρουση συμφερόντων, προσωπική θυσία και μια πολιτική πράξη που αμφισβήτησε κατεστημένα – ντόπια και ξένα. Δεν ενοχλεί μόνο η παρουσία της πίστης και του θρησκευτικού συναισθήματος στο φιλμ. Ενοχλεί η υπενθύμιση ότι για ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορικής μας διαδρομής, αυτά τα στοιχεία δεν ήταν ιδεολογικό διακοσμητικό, αλλά υπαρξιακός άξονας. Κι αυτό, κάποιοι σήμερα θα προτιμούσαν να το προσπεράσουν, να το αποδομήσουν ή να το «διορθώσουν».

Κι ύστερα είναι εκείνο το άλλο επίπεδο. Το πιο «υπόγειο». Οι φωνές που μίλησαν για «διπλωματικές ενοχλήσεις». Για ξένες πρεσβείες που δεν είδαν με ενθουσιασμό μια ταινία που θυμίζει έναν κυβερνήτη που δεν ήταν πρόθυμος να υποκύψει. Για ιστορικά φορτία που εξακολουθούν να βαραίνουν το σήμερα περισσότερο απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Μύθος; Υπερβολή; Ίσως. Αλλά και μόνο που τέτοιες συζητήσεις άνοιξαν, κάτι λέει για τα νεύρα που άγγιξε η ταινία.

Στο μεταξύ, το κοινό πήγε. Είδε. Συγκινήθηκε ή διαφώνησε. Αλλά δεν έμεινε αδιάφορο. Και αυτό από μόνο του είναι γεγονός. Γιατί στη χώρα του εύκολου χλευασμού, της γρήγορης κρίσης και του «όλα ίδια είναι», η συγκίνηση και ο προβληματισμός είναι ήδη κάτι ανατρεπτικό.

Τα βίντεο που κυκλοφόρησαν, οι εικόνες από τις πρεμιέρες, οι αντιδράσεις ανθρώπων που βγήκαν από την αίθουσα με μάτια υγρά και σκέψη βαριά, δεν είναι «προπαγάνδα». Είναι υλικό μιας πραγματικότητας που δεν φωνάζει. Απλώς υπάρχει. Μιας Ελλάδας που ακόμη αναζητά ερείσματα και πρότυπα – όχι εξιδανικευμένα, αλλά ουσιαστικά.

Η επιλογή του Σμαραγδή να δώσει όχι μόνο το πολιτικό πρόσωπο του Καποδίστρια αλλά και τον εσωτερικό του κόσμο, την πνευματικότητα, την πίστη, την ηθική του αντοχή, ήταν ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση. Γιατί σε μια εποχή κυνισμού, κάθε αναφορά σε αξίες μοιάζει «ύποπτη». Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι που άγγιξε κόσμο: η αίσθηση ότι κάποτε υπήρχαν άνθρωποι που δεν λογάριασαν μόνο το πολιτικό κόστος.

Κάποιοι θα συνεχίσουν να πολεμούν την ταινία. Άλλοι θα τη στηρίζουν. Έτσι συμβαίνει όταν ένα έργο ακουμπά κάτι ζωντανό. Η ουσία όμως ίσως βρίσκεται αλλού: μέσα σε δύο ώρες κινηματογράφου, η χώρα αναγκάστηκε να θυμηθεί έναν από τους πιο σύνθετους, τραγικούς και μεγάλους πρωταγωνιστές της ιστορίας της. Και να ξανασυζητήσει – έστω και μέσα από ένταση – για το τι σημαίνει κράτος, ευθύνη, θυσία, αξιοπρέπεια. Κι αυτό, για μια ταινία, ίσως να είναι τελικά το πιο πολιτικό και ουσιαστικό επίτευγμα.

Visited 29 times, 1 visit(s) today
Κοινοποίησε:

Σχετικές δημοσιεύσεις